30 Απρ 2007
25 Απρ 2007
Το βαγονέτο με το κρυφό όνειρο
κι απ' τη σκουριά δεν πάς μπροστά, ούτε και πίσω
Ο πιο υγρός κι αληθινός σου εφιάλτης
Φωλιά δεν είχε μες στα έγκατα των βράχων
Είχε μορφή μιας εφήμερης αγάπης
Κέντρο της πόλης και πατρίδα των μονάχων
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
7:35 μ.μ.
5
φτυαριές
11 Απρ 2007
Μοιάζει ο τρόπος...
Μοιάζει ο τρόπος που κοιτάς παλιό ναυάγιο
Και μια αιώνια σκουριά με καθηλώνει
Με ταξιδεύει σιωπηλά σε τόπο άγιο
Σαν με βυθίζει, με πονά μα με λυτρώνει
Χαμένος χρόνια θησαυρός, καλά κρυμμένος
Που δεν τον ξέβρασε το άτυχο ποστάλι
Απο τα ψεύτικα φιλιά σημαδεμένος
Και χαρακιές στο ασημένιο του ατσάλι

Μοιάζει ο τρόπος που κοιτάς στάχτη που χάνεται
Άσπρα πανιά και άσπρα σύννεφα μαυρίζει
Κι αυτό που κάηκε εκεί που λες δεν πιάνεται
Μ΄ ένα καράβι και βροχής στάλα γυρίζει
Μέσα στις φλόγες θησαυρός, παραδομένος
Στο ιερό σου, επτασφράγιστο μαγγάλι
Όποιος σ΄ αγγίζει απ΄ τη φωτιά σου μαγεμένος
Των εμαθιών σου ναυαγός, στου κύματος τη ζάλη

Photo 1: Wyre wreck -David J. Nightingale
Photo 2: volcano - phawkercom
Photo 3: Pythia - winterscapes
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
11:55 μ.μ.
7
φτυαριές
7 Απρ 2007
Της Ξενιτιάς
Ανάψετέ μου το κερί, γιατί βαριανασαίνω
Η αγάπη μου μη μαραθεί, πείτε της μόνο να χαρεί
Απού ψηλά πηγαίνω
Ψηλά ΄ν΄ το άσπρο σύννεφο, ψηλά και το φεγγάρι
Ψηλά της Κυρά - Δέσποινας, το μυρωμένο χέρι
Κι έστειλε μαύρο άγγελο, για να ΄ρθει να με πάρει
Απο τα μαύρα μέρη

Για δεν μυρίζει, ετούτη η γης, θυμάρι κι άγριο μέλι
Εδώ είναι μαύρα τα πουλιά, ήλιος εδώ δε βγαίνει
Γίνηκε μαύρη κι η καρδιά και να χτυπά δεν θέλει
Μόνο να ξαποσταίνει
Μεγάλη μου Παρασκευή, Μεγάλο μου Σαββάτο
Ξημέρωσε με στα ψηλά, Λαμπρή, γλυκό μου Πάσχα
Τι είναι στα ξένα το νερό, πικρό πανάθεμα το
Και λυπημένα τ΄ άστρα
Γείτονες και περαστικοί, ανάψετέ μου το κερί
Ανάψετέ μου το κερί, γιατί γλυκοπεθαίνω
Η αγάπη μου μη μαραθεί, πείτε της μόνο να χαρεί
Απού ψηλά πηγαίνω

Photo 1 : Εκκλησάκι Αγ. Πέτρου, Κάπου στην Αττική
Photo 2 : Απο το film ''Misere au Borinage'' by Joris Ivens, Henri Storck - 1934
Ακούγωντας
Δυνάμεις του Αιγαίου - Σε Μεγάλη Απόσταση
ήχος Β΄ - 1978
Σύνθεση - Χρ. Τσιαμούλης σε ποίηση Οδ. Ελύτη
http://www.box.net/shared/f0aixatadu
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
1:07 π.μ.
6
φτυαριές
3 Απρ 2007
Της νύχτας....

Τον ίσκιο τους σαν είδα
Αυγή λένε την φόνισσα, νύχτα μου
Που δεν την κόβουν αστραπές
Στα χέρια μου την κράτησα
Μονάκριβή μου ελπίδα
Έκρυψα ένα μαχαίρι, νύχτα μου
Το δίστομο τ’ ατσάλι
Μην ήλιος το προδώσει
Και μόνο μου μ΄ αφήσει
Χωρίς φεγγάρι σαν θα ΄ρθείς, νύχτα μου
Και με σκεπάσεις πάλι
Να βγεί να ξεσπαθώσει
Γλυκά να με φιλήσει....
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
8:55 μ.μ.
4
φτυαριές
31 Μαρ 2007
Συρμάτινες Νύχτες
photo 1: From www.eriding.net/media/photos/warfare/caen_mem...
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
12:59 μ.μ.
7
φτυαριές
26 Μαρ 2007
Πόλη μου ψεύτικη

Άσε να σου πω, πόλη μου ψεύτικη
Ότι χάνομαι στους δρόμους και κουρνιάζω σε παγκάκια
Πως τα βήματα μου σέρνω, πως μ΄ αρέσει να σε παίρνω
Χέρι – χέρι ανάμεσα, στα τυφλά σου ανθρωπάκια
Στην τσέπη μου σε κουβαλώ, πόλη μου ψεύτικη
Τριαντάφυλλο απο κήπο, στη βουή σου ποτισμένο
Χαλίκια, χαλικάκια, μες στα βρώμικα ρυάκια
Κεραμίδι κόκκινο, σε μι΄ άκρη σου σπασμένο
Το κάστρο σου ετοιμόρροπο, πόλη μου ψεύτικη
Πολλά τα χρόνια πάνω σου, σε λιώνουν σε γερνάνε
Σε χτίζουν σε κλαδεύουνε, σε πνίγουν και σε κλέβουνε
Κι οι ίδιοι που σ΄ αγόρασαν, οι ίδιοι σε πουλάνε
Άσε με να σου πω, πόλη μου ψεύτικη
Όλοι στη ράχη σου γλιστράν, ξανά θέλουν ν΄ ανέβουνε
Το χώμα σου πατάνε, τις πόρτες σου χτυπάνε
Κι απο την ξενιτιά της μοναξιάς τους, σ΄ αγναντεύουνε
*Photo: ''The Village Fountain'' by jermilex
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
7:06 μ.μ.
2
φτυαριές
21 Μαρ 2007
Ξοφλημένο μου αγγελούδι...


Κάποτε με συνόδευες τις νύχτες
Φτερούγιζες στο πλάι μου στους δρόμους
Και έδιωχνες της λύπης ταχυδρόμους
Σαν έρχονταν φιλί για να μου δώσουν
Φόραγες τα λευκά σου και πετούσες
Έλαμπες με μια απόκοσμη ομορφιά
Κρατούσες μια χαρούμενη καρδιά
Στην Πατησίων σαν με συναντούσες
Ξοφλημένο μου αγγελούδι
Πως μαδήσαν τα φτερά σου
Στο θλιμμένο μου τραγούδι
Πια μαντεύω τη σκιά σου
Κάποτε με κρατούσες απ΄το χέρι
Μου ΄στρωνες φιλιά, να κοιμηθώ
Ψυθίριζες εγώ θα σ΄αγαπώ
και οι νύχτες γινόταν μεσημέρι
Σ΄ έχασα ξαφνικά, θα ΄τανε Μάρτης
Πίναμε σ΄ ένα κρύο καπηλειό
Μα εγώ τα βράδυα ακόμη σου μιλώ
Στον καθρέφτη, των ματιών σου ο χάρτης
Μεθύσαμε κι οι δυό απ΄τη ζωή
Εγώ έμεινα, για πάντα μεθυσμένος
Κι εσύ απ΄ το πιοτό, καταραμένος
Πέταξες του αγγέλου, τη στολή
13/03/06
As soft as now severe, our temper chang'd
Into their temper; which must needs remove
The sensible of pain. All things invite
To peaceful Counsels, and the settl'd State
Of order, how in safety best we may
Compose our present evils, with regard
Of what we are and where, dismissing quite
All thoughts of Warr: ye have what I advise.
From ''Paradise Lost'' by John Milton (Book 2)
Photo by Raquel Giffard (Cemetery in Rome)
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
10:59 μ.μ.
6
φτυαριές
12 Μαρ 2007
Μάρμαρα του ονείρου


εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
1:16 π.μ.
3
φτυαριές
9 Μαρ 2007
Ο Κύριος Χαμόγελος
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
7:09 μ.μ.
3
φτυαριές
The Ferryman has been paid
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
12:40 π.μ.
1 φτυαριές
7 Μαρ 2007
Πορτραίτο
κι εκείνο το παράξενο πορτραίτο
που φόρτωσαν στην πλάτη του βαρύ
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
1:25 π.μ.
0
φτυαριές
4 Μαρ 2007
Τώρα που σκουραίνουνε τα μάτια


Και τώρα που σκουραίνουνε τα μάτια, θα δεις την αλήθεια καθαρά.
Πάντα μαύρα ήθελαν να ΄ναι.
Και να πετάνε...
Για να μην τσακίζονται ξανά και ξανά απο κείνον τον γκρίζο, απόκρημνο βράχο.(gris nez)
Εκεί που τραγούδησες, ή ούρλιαξες τον πόνο σου και ένα αέρινο μαστίγιο, ξέρασε το τραγούδι σου πίσω. Στο πρόσωπο σου.
Ούτε η ασπίδα των δακρύων σου, δεν σε προφύλαξε.
Κι έλεγε το τραγούδι σου:
Μες στα νερά, η λάμψη τους εχάθη
Ή στα ουράνια, ή στης θάλασσας τα βάθη
Κλέψαν μιας νυχτερίδας τα φτερά
Ενός λυγμού την σκοτεινή δροσιά
Απλόχερα σαν χάριζαν, την άγρια ομορφιά τους
Της ίριδας τα χρώματα, λάμπαν την μοναξιά τους
Σκέψη δεν είχες δεύτερη και φόβο μην νυχτώσει
Μάτια απ΄ τον ήλιο πιο λαμπρά, ποιος τάχα θα σκοτώσει
Κι ήρθα παιδί, νυχτέρι εγώ του κόσμου
Μάτια σου είπα, δίχως ήλιο δώσμου
Μάτια σκοτεινιασμένα σαν κι εμένα
Μάτια της νύχτας, μα όχι μάτια ξένα
Αυτή την άδολη φωτιά, λευκή και μεταξένια
Της ίριδας τα χρώματα, ξεθώριασαν σβυσμένα
Σκέψη δεν είχες δεύτερη και φόβο μην νυχτώσει
Τα μάτια σου τα σκοτεινά μου είχες παραδώσει
Και τώρα που σκουρήνανε τα μάτια, άλλαξε και το χαμόγελό σου...
Ξεράθηκε σαν αυτό το λουλούδι, που κρατούσες για χρόνια σ΄ εκείνο το βιβλίο, να δείς πως το λέγανε, α ναι, Αισθηματική Αγωγή.
Και οι μνήμες σου, γίνανε πεταλούδες. Τις ψάχνεις απο Ιούνη μέχρι Σεπτέμβρη, κοντά στον Καλαμώνα της Ρόδου, με μια απόχη χωρίς δίχτυ.
Γιατί δεν θέλεις να τις φυλακίσεις. Να τις δείς θέλεις μόνο...
- Δεν είμαι τρελλή, επιμένεις.
- Απλά, να... Τα μάτια μου σκοτείνιασαν.
Και μ΄ αυτά τα λόγια, βγάζεις το ξερό σου χαμόγελο απο το βιβλίο.
Ευωδιάζει ο τόπος. Δεν θα χάσει ποτέ πια το άρωμα του.
Και λες ευτυχισμένη:
- Τα μάτια μου σκοτείνιασαν. Και μπορώ να αντικρύσω τον ήλιο χωρίς να τα κλείνω πια...
Έτσι, κρατώντας μια πεταλούδα στο χέρι σου, απομακρύνεσαι σιγοτραγουδώντας...
Μες στα νερά, η λάμψη τους εχάθη
Ή στα ουράνια, ή στης θάλασσας τα βάθη
Κλέψαν μιας νυχτερίδας τα φτερά
Ενός λυγμού την σκοτεινή δροσιά...
εξορύχθηκε απο
anthrakoryxos
στις
3:25 μ.μ.
0
φτυαριές















