Momentito

18 Μαρ 2008

Οι άδειες μέρες


Σκιρτούν οι αισθήσεις
Βγάζουνε, μικρές φωνές, απόλαυσης
Κι ύστερα χάνονται, μην και τις αγαπήσεις
Στο δρόμο μιας ιδανικής, δικής τους κόλασης

Πονάει το σώμα
Υποφέρει, στερημένο απ' τις αισθήσεις
Τρέμει τ΄ αχείλι, φιλοδίψασε το στόμα
Δε φτάνει ο έρωτας, που ζεί σε παραισθήσεις

Άδειο χωριό, σωστό ρημάδι
Κορμί λειψό, δε νοιώθει χάδι
Που ΄ναι οι έρωτες, να το φυλάξουν
Καημοί και πόνοι, μην το προφτάσουν

Μόνος σαν είσαι
Μοναχός, θεούς κι ανθρώπους βρίζεις
Κράτα τον πόνο, τα μάτια κλείσε
Στην μοναξιά, συνήθως τ΄ όνειρο γκρεμίζεις

Κόμπος ν΄ αφήσει
Να μη γυρίσει, μακρυά, απ΄ τα δυό σου μάτια
Γλυκιά που είν΄ η προσμονή, κανένας μην τη σβύσει
Μήπως κολλήσουν κάποτε, τα χίλια σου κομμάτια

Άδειο χωριό, σ΄ άδειο κιτάπι
Ήταν γραφτό σου, να μένεις μόνος
Σου δώσαν οι έρωτες, ψωμί κι αλάτι
Ψωμί, αλάτι κι ύστερα ο πόνος


26-04-06

Photo: Meneksedia blog


Αγιοκέρι μου


Πως φωτίζεις μες στη νύχτα
Αγιοκέρι μου
Με τη φλόγα σου ζεσταίνεις
Το νυχτέρι μου

Γιατι καίς κι ας είσαι μόνο;
Αγιοκέρι μου
Χόρτασε η φλόγα πόνο
Πιασ΄ το χέρι μου

Κι αν καώ θα γιατρευτώ
Άγριο ταίρι μου
Μόνο θέλω λίγο φώς
Αγιοκέρι μου

Να ΄ταν ν΄ ανοίξεις τα φτερά
Περιστέρι μου
Λάμψη στη μαύρη μου ζωή
Αγιοκέρι μου

19-04-06

1 Μαρ 2008

Πυροφάνι


Στη σάπια βάρκα σου
Με χρώμα κόκκινο ζωγράφισες μια λέξη
''Ελπίδα'', τα γινάτια σου
Σάπια η βάρκα σου, πόσο ν΄ αντέξει

Φακός στο χέρι σου
Κάθε νύχτα ανάβει, τον βυθό φωτίζει
Λένε στα μέρη σου
Μες στο σκοτάδι, κράτα κάτι να γυαλίζει





Βγαίνεις πυροφάνι
Καρδιές ψαρεύεις
Τ΄ ανθρώπινο χαρμάνι
Γελάς μα το ζηλεύεις

Στη μαύρη σπηλιά σου
Με ξύλα βρεγμένα, θές φωτιά ν΄ ανάψεις
Βρεγμένη η αγκαλιά σου
Πάγος η καρδιά σου, τι μπορείς να κάψεις

Σανίδα να σπάσεις
Κόκκινα γράμματα ν΄ αρπάξουνε φωτιά
''Ελπίδα'' να κεράσεις
Τους μαύρους τοίχους, που κερνάνε μοναξιά






Βγήκαν πυροφάνι
Σκιές, φωτιές
Τ΄ ανθρώπινο χαρμάνι
Καίει μοναξιές



16-04-06

21 Φεβ 2008

Καληνύχτα με ειδικό βάρος

Η ζωή έχει πλάκα..




Έτσι δεν είναι ρε Σωκράτη;

14 Φεβ 2008

Ο Γιάννης της φωτιάς



Συχνά πυκνά, με σταματάς στο ίδιο δρόμακι
Τσιγάρο ζητάς, μου γνέφεις και πας, που πας
Αρβύλα στρατιωτική, που έλιωσε φοράς

Κι ένα ταγάρι κόκκινο στον ώμο

Συχνά πυκνά, ξυπνάς στο ίδιο παγκάκι
Μιλάς στα πουλιά τους λές τ΄ αγαπάς και πάς
Σε δρόμο μόνο εσύ που ξέρεις, της καρδιάς

Δακρύζουνε τα μάτια απ΄τον πόνο

Σε φωνάζουν Γιάννη της φωτιάς
Μα δε γυρνάς, δεν τις γνωρίζεις των ανθρώπων τις φωνές
Και είναι η μόνη μέρα που γελάς, όταν ανάβουνε τ΄ Αι Γιάννη τις φωτιές

Ένα κουβάρι έχεις στην τσέπη μπερδεμένο
Το ξεμπερδεύεις σαν ακούς πικρές καμπάνες
Σε βρίσκει το ξημέρωμα σε τάφους καθισμένο

Να χαιρετάς δειλά, όλες τις χαρομάνες

Στασίδι έχεις μια γωνία στην πλατεία
Βράδυ τ΄ Αι Γιάννη, στέκεις μόνος και γελάς
Κουβάρι ρίχνεις στη φωτιά, σε λιτανεία

Πρώτος πηδάς κι ύστερα φεύγεις, πας

Σε φωνάζουν Γιάννη της φωτιάς
Μα δε γυρνάς, δεν τις γνωρίζεις των ανθρώπων τις φωνές
Και είναι η μόνη μέρα που γελάς, όταν ανάβουνε τ΄ Αι Γιάννη τις φωτιές


08/04/06

8 Φεβ 2008

Κυρά




Κυρά φαρμακωμένη
Στον πόνο μπολιασμένη, κάποτε έκλαψες
Παλιά αγαπημένη
Σε μι΄ άκρη ακουμπισμένη, ήρθες, πέτρωσες

Στ΄ αδράχτι των ματιών σου
Ο θάνατος γυρνάει, γλυκά τυλίγεται
Καρφώνεις στον σταυρό σου
Τον άδικο χαμό σου, αυτός αφήνεται

Ζείς μονάχη, καινούριους, παλιούς
Δανεικούς και δικούς σου χειμώνες
Ξεψυχάς μ΄ έρωτες σου δειλούς
Σε γυαλί, χαραγμένες εικόνες

Τρέμουν τα δυό σου χέρια
Μια δέηση στ΄ αστέρια, πάει χαμένη
Σε σκοτεινά λημέρια
Κρύβονται περιστέρια, η αγάπη ξένη

Κυρά φαρμακωμένη
Το μόνο που σου μένει, είναι ο θάνατος
Η μοναξιά σε παίρνει
Και την ψυχή σου υφαίνει, πόνος αμάραντος

Ζείς μονάχη, καινούριους, παλιούς
Δανεικούς και δικούς σου χειμώνες
Ξεψυχάς μ΄ έρωτες σου δειλούς
Σε γυαλί, χαραγμένες εικόνες


06/04/06

Photo: Κυρά των αιθέρων-Χαλούλος Π. (Λάδι σε μουσαμά)




2 Φεβ 2008

Αφροδίτη




Αφροδίτη φοράς, ένα τζήν σου σκισμένο
Σ΄ επαρχίας σταθμό, περιμένεις το τραίνο
Γύρω η άνοιξη κλέβει, πράσινο των ματιών σου
Η ψυχή λιγοστεύει, σαν το χαμόγελο σου

Τα μαλλιά σου κυλάνε, πάνω σ΄ έρημους ώμους
Η φωνή σου σε ψάχνει, σε παλιούς άδειους δρόμους
Ξεγελάς τους ανθρώπους, μ΄ ένα ψεύτικο γέλιο
Και πετάς τις αλήθειες, σε ζητιάνων καπέλλο

Με την τσάντα στο πλάι, μόνιμα σε ταξίδι
Η αγκαλιά σου τσουλάει, χαλασμένο παιχνίδι
Πλησιάζεις τα εξήντα, όμορφα έζησες χρόνια
Στις αγάπες που φύγαν, το φιλί κι η συμπόνια

Αφροδίτη υπάρχεις, σ΄ όνειρα αγαπημένων
Στις παλιές σου αμαρτίες, κάποιων πόθων σβησμένων
Αφροδίτη στις ράγες, με το τζήν σου σκισμένο
Μες στα πράσινα μάτια, τώρα μόνο το τραίνο


05-04-06


Photo: Jupiterimages



27 Ιαν 2008

Κόκκινος σελιδοδείκτης





Βυθίζομαι, φλόγα λευκή
Που κρύβει κάτι απο μετάξι
Η φυλακή μου, η αναπνοή σου
Χωρίς καμμία τέχνη, μ΄ ανασαίνει

Με εικασίες μόνο περιμένει
Το ίσως, το μπορεί, το κρυφό μαχαίρι

Αναδύομαι, κάστρο παλιό
Στα φωτεινά σου χρυσοπέταλα
Ξαναγεννιέμαι, για να γκρεμιστώ
Απο μια σου μόνο, πόθου κραυγή

Κι αναστενάζουν πέφτοντας
Οι πολεμίστρες μου

Ξεφυλλίζω, χωρίς ειρμό
Τις παιδικές μου εικόνες
Και σε βλέπω, κάτω απ΄ τον Κόκκινο
Σελιδοδείκτη, να χαμογελάς

Τώρα καταλαβαίνω
Γιατί χαμογελούν οι άνθρωποι
Όταν ερωτεύονται...



02-04-06

22 Ιαν 2008

Πτολεμαΐδα


Ιστορίες, χειμωνιάτικες μαρκάρει
Η παλιά, η σκεβρωμένη σου κιθάρα
Στην Πτολεμαΐδα, τα ακίνητα φουγάρα
Με τραγούδια που σε κάψαν, ξανανάβει

Πλησιάζουνε τ΄ αγρίμια, κάθε βράδυ
Για ν΄ ακούσουν της ψυχής σου τα ερέβη
Κι η φωνή σου, που όλα τ΄ άγρια ημερεύει
Γλυκό φιλί, τους στέλνει στο σκοτάδι

Της νύχτας τροβαδούρε, του άδολου προστάτη
Μικρέ, της μοναξιάς επαναστάτη
Δακρύζουν τα φεγγάρια και λάμπουνε τα χνάρια
Που χάραζε σαν πέθαινε, μια παλιά σου, αγάπη

Φαντάσματα μαζεύονται, τριγύρω
Δες, μπήκαν, στην παλιά σου την κιθάρα
Χορεύουν στης καρδιάς σου τη λαχτάρα
Στο βλέμμα, το βουβό, τ' άδειο, το στείρο

Ιστορίες μελαγχολικές, σκαρώνεις
Στις λακκούβες του άδειου δρόμου, τις πετάς
Μ΄ένα δάκρυ τις ραντίζεις, μ΄αγαπάς δε μ΄αγαπάς
τις νύχτες σου τις άδειες, φοβερίζεις, τις μαλώνεις

Της νύχτας τροβαδούρε, του άδολου προστάτη
Μικρέ της μοναξιάς επαναστάτη
Δακρύζουν τα φεγγάρια και λάμπουνε τα χνάρια
Που χάραζε σαν πέθαινε, μια παλιά σου, αγάπη


30-03-06

19 Ιαν 2008

Αντισταθείτε


Ακολουθώντας το παράδειγμα απόλυτα σύμφωνος πως η Ομορφιά είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει την ασχήμια, ποτισμένος απο την δυσωδία των ημερών, αναρτώ τα παρακάτω ποιήματα ως πράξη αντίστασης, ως Ομορφιά απέναντι στην ασχήμια:


Μονόγραμμα ΙΙΙ

Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Eπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Nα μπαίνω σαν Πανσέληνος
Aπό παντού, για το μικρό το πόδι σου μέσ' στ' αχανή
σεντόνια
Nα μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Aποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Mέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας
στοές
Yπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε

Aκουστά σ' έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά το "τί" και το "έ"
Tριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά

Πάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Tο βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Tα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Tο γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Eπειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:

Tόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Tόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Tριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Kαμάρα τ' ουρανού με τ' άστρα
Tόσο η ελάχιστή σου αναπνοή

Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Mέσ' στους τέσσερεις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Nα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Nα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Eπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένο
Δεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούς
Eίναι νωρίς ακόμη μέσ' στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Nα μιλώ για σένα και για μένα.

Ελύτης Οδ.




Ωχρά σπειροχαίτη

Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη...

Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
επιμονή, που ανοίξαμε για να 'μπει σαν κυρία
η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.

Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
το ένστικτο ν' αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.

Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
-- ω, κωμωδία! -- το θάμπωμα, τ' όνειρο, την άχλυ.

...Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

Καρυωτάκης Κ.

Ακόμη

Ακόμη οι πόλεις τρώνε ήσυχα τα θύματά τους
Ακόμη τίποτα δεν πήρε φωτιά.

Ακόμη η δυστυχία δεν αποδείχτηκε τυχαίο γεγονός
Ακόμη είσαι ζωντανός και ανέπαφος.

Ακόμη χαίρεσαι μικρά διαλείμματα σιωπής
Ακόμη μεταφράζεις θορύβους σε μουσική.

Ακόμη έχεις ένα δωμάτιο να καταφεύγεις
Ακόμη βρίσκεις λέξεις και κρύβεσαι

Ακόμη δεν ήρθε η ώρα να πληρώσεις.

Καραβίτης Βασίλειος



Αφιερωμένο σε όσους αντιστέκονται δημιουργώντας ή προτιμώντας κάθε μορφή τέχνης απο την δυστυχώς συνήθως ''άτεχνη'' καθημερινότητα που για κάποιους λόγους, θέλουν να μας πείσουν ότι είναι ο μόνος τρόπος να ζούμε. Επιτέλους, ας κάνουμε κάτι. Η Ομορφιά είναι η μόνη που μπορεί να νικήσει την ασχήμια.
Πρόσκληση στους:


Αστεροτρόπιο
Χνούδι
Παπαρούνα
Brujita
Silia
Ερινύα
Μοναλίζα


Για να αναρτήσουν το δικό τους αγαπημένο ποιήμα και να προσκαλέσουν άλλους με την σειρά τους. Το ''παιχνίδι'' λέγεται ''Αντισταθείτε''. Η Ομορφιά απέναντι στην ασχήμια. Καιρός να γίνει κάτι.. Επιτέλους!

Art by Greg Spalenka

Χαμένη Νότα



Και η ζωή θα συνεχίσει να γράφει ένα ρέκβιεμ...
Για ήρωες και αντιήρωες, για χαμαιλέοντες και σκουλήκια.
Για σερνάμενους αυτόχειρες, με ιδιόχειρες, σημειώσεις.
Για σημεία του ορίζοντα, που έχουν καλυφθεί με ψέμματος,
νεφελώματα και δεν βλέπουμε πια.
Το μόνο που θα λείπει, θα είναι εκείνη η νότα που θα πρόσθετες εσύ.
Δυσβάσταχτο κενό, θα πεί κάποιος.
Αμελητέο, κάποιος άλλος.
Ο ρυθμός θα συνεχίσει να αλλάζει, μιας και ο μετρονόμος θα μεροληπτεί,
εις βάρος των μουσικών, γνωστός πλακατζής, στην μετρονομική κοινότητα.
Και που και που, θα κλείνει μια αυλαία, παράλληλα με τα μάτια του κοινού, αφήνοντας τον μαέστρο ν΄ αναρωτιέται, γιατί κανείς δεν χειροκροτά και γιατί όλοι, έχουν τα μάτια τους κλειστά. Η μουσική, κλειδαμπαρωμένη στ΄ αυτιά μας, θα ΄ναι χαρούμενη που βρήκε επιτέλους, αυτιά να φωλιάσει. Δεν θα μπορέσει όμως, ποτέ να είναι, όπως αν είχες προσθέσει εσύ, την μαυριδερή, μικροκαμωμένη, αχρεία, φθαρμένη σου νότα.



30/03/06

10 Ιαν 2008

Μαύρο αηδόνι



Μαύρο περπάτησε και δεν σταμάτησε
Κι αργοπατώντας, τα φτερά, μισάνοιξε
Και με πλησίασε, παντού αγίασε
Με ένα τιτίβισμα, το νού ταλάνισε

Άγριο σκιάχτρο και μαύρο άστρο
Τόση ασχήμια, μα τραγούδι παραδείσου
Τα μάτια αν κλείσεις και τραγουδήσεις
Θα σύρουν άγγελοι, την βρώμικη φωνή σου

Πλάι μου εστάθη, θέλει να μάθει
Να γουλαντρίζει, τον κρυφό, παλιό μου πόνο
Με ταξιδεύει κι αργοσαλεύει
Στο άκουσμά του, τα χτισμένα όλα λυώνω

Μέριασε η μέρα, σωστή φοβέρα
Μαύρες φτερούγες, προς τη νύχτα θα τραβήξουν
Πούπουλα μένουν, αργοπεθαίνουν
Μες στην παλάμη μου, τραγούδια να θυμίσουν

Μαύρο αηδόνι, δεν πιάνουν σκόνη
Οι τόποι εκείνοι, που βαφτίζονται αμαρτίες
Μόνο πετάνε κι αργοπατάνε
Και τραγουδάν τις πιο κρυφές επιθυμίες

29-03-06


Photo: Two Children are Threatened by a Nightingale. (1924)
Oil on wood with wood construction by Max Ernst

4 Ιαν 2008

Συντροφιά μου



Μην σταλάξεις, μην καείς και μην ανάψεις
Της σκοτεινιάς μου άσπρο αγιοκέρι
Μόνο σβυστό, μείνε και κράτα μου το χέρι
Και τ΄ όνομα μου θα σου δώσω να φωνάξεις

Μην φύγεις, μην πετάξεις, μην μ΄ αφήσεις
Της ερημιάς μου, ξεχασμένο αγριοπούλι
Στους ουρανούς σκέψου, θα φαίνεσαι μικρούλι
Πέτα στα μάτια μου και κοίτα μην ραγίσεις

Κι έτσι, σκυμμένη, μοναξιά μου
Γίνε η μόνη, συντροφιά μου
Αιώνια κι αγέραστη
Μα πάντοτε, δικιά μου

Μην τρέξεις, μην ανοίγεις, μην στερέψεις
Βρύση, σε βουνό, δίχως λουλούδια
Κράτα, της δροσιάς σου, τα τραγούδια
Και τους διψασμένους μην πιστέψεις

Απλώσου, ντύσου λέξεις, λέξεις κέντα
Πάνω σε χαρτί, τρίζεις λευκό
Μην κρατάς κανένα μυστικό
Σε βράδυα σιωπηλά, κρυφή κουβέντα

Κι έτσι, σκυμμένη, μοναξιά μου
Γίνε η μόνη, συντροφιά μου
Αιώνια κι αγέραστη
Μα πάντοτε, δικιά μου

28-03-06

22 Δεκ 2007

Βιτρίνες του έρωτα





Δεν με κυκλώνουνε τα φίδια κι οι σειρήνες
Μονό μια αλήθεια, ξεχασμένη απο καιρό
Κλείνει τον έρωτα σε σκοτεινές βιτρίνες
Κι εγώ τα φώτα πια ν' ανάψω δεν μπορώ

Βόλτα στο Άμστερνταμ, στο Ντύσσελντορφ διαβάτης
Μες στα στενά που όλοι τον έρωτα πληρώνουν
Εξορισμένος, μιας αγάπης αποστάτης
Απο εκείνες που τα μάτια χαμηλώνουν

Δεν λυπάμαι, αγάπη που γνώρισα
Μα πενθώ που δεν είναι κοντά μου
Σε βιτρίνες, τον έρωτα χώρεσα
Μα δεν χώρεσαν τα όνειρά μου

Πουλάνε πνεύμα και φιλοσοφούν εφήμερα
Μορφές τριγύρω, απ΄ το χθεσινό το γλέντι
Σ΄ άγουρο ξύπνημα, Δεκέμβρη απομεσήμερα
Χαμογελώντας απ΄το μαύρο κι απ΄ τ΄ αψέντι

Κι εγώ σε ψάχνω σε χαμόγελα αόριστα
Μια ματιά τους ζητιανεύω καθαρή
Όλα τα βλέμματα, ο χρόνος κάνει αγνώριστα
Και αλεξίφαιρη βιτρίνα τη ζωή

Δεν λυπάμαι, αγάπη που γνώρισα
Μα πενθώ που δεν είναι κοντά μου
Σε βιτρίνες, τον έρωτα χώρεσα
Μα δεν χώρεσαν τα όνειρά μου


26/03/06

15 Νοε 2007

Ο καμαρώτος του κόσμου


Άγγιγμα απαλό, μα σκοτεινό
Χωρίς καμμία ιστορία
Δεν έχει σημασία

Λόγια προσμονής, υπομονής
Σου απαγγέλω απ΄ τα βιβλία
Κοιτάς με ειρωνεία

Ποιός θα σώσει τον κόσμο μας πρώτος
Ποιός θα βάλει φωτιά να τον κάψει
Σε καμπίνα μικρή καμαρώτος
Ποιός δεν βρίσκει γωνιά για να κλάψει

Χάδι μυστικό, κοστίζεις
Μετά θα με πονέσεις
Ζωή θα κλέψεις

Μα σ΄αναζητώ, για να σταυρωθώ
Και να σε θυμάμαι
Όταν θα φοβάμαι

Ποιός θα σώσει τον κόσμο μας πρώτος
Ποιός θα βάλει φωτιά να τον κάψει
Σε καμπίνα μικρή καμαρώτος
Ποιός δεν βρίσκει γωνιά για να κλάψει

25-03-06


Picture: Decemberists - ''Castaways And Cut Outs'' CD cover art, by Carson Ellis

1 Νοε 2007

Ψηφίδες στο μαύρο


Κρατάω τα χνάρια σου
Μικρές, μικρές ψηφίδες
Από χαλίκι,τα ΄χω φτιάξει και πηλό
Χρωματισμένες, με του έρωτα γραφίδες
Και τ΄ απιθώνω, στον πιο μαύρο ουράνο

Φτιάχνω έναν ήλιο,
Απο βότσαλα κι ασήμι
Λίγο χρυσό, λίγο γυαλί χρωματιστό
Αχτίδες έχει, ότι άφησε η μνήμη
Και τον κολλάω, στον πιο μαύρο μου ουρανό

Ψηφιδωτό, κάνω τον έρωτα
Μήπως κρατήσει
Όπως ο θάνατος της Χίμαιρας, στην Όλυνθο
Όλο το μαύρο που με πνίγει
Να ξορκίσει
Νερό να φέρει, στου Σίκρι τον αμμόλιθο

Κρατάω τα χνάρια σου
Και θάλασσα μυρίζουν
Φτιάχνω φεγγάρι, απο υγρό λευκό κοχύλι
Και στις ψηφίδες μου, επάνω βηματίζουν
Πουλιά απ΄ όνυχα, που σε φιλούν στα χείλη

Λείπουν τ΄αστέρια
Μόνο μάρμαρο μου μένει
Μικρά κομμάτια, απο επιτύμβια γλυπτά
Ο ουρανός μου εδώ και χρόνια αργοπεθαίνει
Αντί για αστέρια, μια μαρμάρινη καρδιά

Photo 1: ''Σύνθεση'' του Ν. Μπεντίλα

24/03/06

16 Οκτ 2007

Χαμένα Ταξίδια


Ονειρευόσουν θάλασσες στην Punta Cana
Σου είχε πάρει το μυαλό ένα καλοκαίρι
Μια μελαμψή, Bruja σωστή, Δομηνικάνα
Που ΄χες γνωρίσει, τιμονιέρης, στο ίδιο φέρυ

Στον Παντοκράτορα, χάιδευες τα μαλλιά της
Φίλαγες χείλη που μυρίζαν φρέσκο μάνγκο
Χρόνια περάσαν, μα σε στοιχειώνει η ομορφιά της
Και τη θυμάσαι, στης Μαργαρώνας το απάγκιο

Μετράς τουρίστες, βράδυ-πρωί σε μια γραμμή,
Πρέβεζα-Άκτιο, καπετάνιος σ΄ ένα φέρυ
Άτυχος πλοίαρχος, που θάλασσα δεν ξέρει
Μόνο μαντεύει, του θυμού της την ορμή

Σε Ναυτική σχολή, παιδί απο επαρχία
Για νοητά λιμάνια, πάντα έβαζες μπάρκα
Από το Cabo Rojo, Villagarcia
Κι από το Guayaquil στη Santa Marta

Η μόνη αλμύρα που σε τρώει, δύο δάκρυα
Μα δεν μπορείς, ούτε κι αυτά να τα καργάρεις
Με δίχως άλμπουρα, το πλοίο και κατάρτια
Κι εσύ σαν άλλος του Αχέροντα βαρκάρης

Μετράς τουρίστες, βράδυ-πρωί σε μια γραμμή,
Πρέβεζα-Άκτιο, καπετάνιος σ΄ ένα φέρυ
Άτυχος πλοίαρχος, που θάλασσα δεν ξέρει
Μόνο μαντεύει, του θυμού της την ορμή




17/03/06

14 Οκτ 2007

Το βλέμμα της βροχής


Απ΄ το υπόγειο, βλέμμα Μεσόγειο
Πιάνω
Το κουβαλάω, το ακουμπάω
Στο πιάνο
Πατάει τα πλήκτρα, ζωή στη νύχτα μου
Δίνει
Για μια στιγμή, με φιλάει η μουσική
Και με γδύνει

Κι αμέσως, μονάχο μ΄αφήνει
Σε χίλιες σιωπές, αγκαλιές
Βγαίνω ξανά και κοιτώ χαμηλά
Απ΄το μπαλκόνι
Φώτα σβησμένα, μάτια χαμένα
Φύγαν μακρυά, στα υπόγεια θαμμένα
Στη σκόνη


Νότα τη νότα, στον ουρανό μου
Θα σχηματίσω
Μάτια σε δόσεις και αποχρώσεις
με λίγο γκρίζο
κι όταν γεμίσει, σύννεφα, θλίψη
θα πω να βρέξει
δάκρυα μόνο, με δίχως πόνο
χωρίς μια λέξη

Απ΄το υπόγειο, βλέμμα υπόγειο
Με πιάνει...


08/03/06

22 Σεπ 2007

Παραμύθια




Πάντα τις νύχτες θα τρομάζουν τα παιδιά
Θα περιμένουν παραμύθι, να τους πουν
Και κάτω απ΄τα σεντόνια τα λευκά
Παρέα με μια φωνή, να κοιμηθούν



Πρόσεξε, πρόσεξε
Το παραμύθι, όμορφο να ΄ναι

Να ΄χει νεράιδες και ιππότες
Να ΄χει το γάτο, με τις μπότες
Κι ωραίες κοιμωμένες, που μ' ένα φιλί ξυπνάνε

Οι άγριοι δράκοι να πεθαίνουνε στο τέλος
Οι μάγισσες να φεύγουνε μακρυά
Κι ένα χρυσό να βρίσκει βέλος
Τα τέρατα στη μαύρη τους καρδιά

Πρόσεξε, πρόσεξε
Το παραμύθι, όμορφο να ΄ναι...

Όνειρα όμορφα, να βλέπουν τα παιδιά
Με μαγικό χαλί, να φεύγουν, να πετάνε
Να σκαρφαλώνουνε, στου Τζάκ τη φασολιά
Άσπρα χαλίκια, μες στο δάσος να σκορπάνε



Πρόσεξε, πρόσεξε
Το παραμύθι, όμορφο να ΄ναι


Να μην τους πείς για τη ζωή
Τις νύχτες τα παιδιά τρομάζουν
Στ' αθώα μάτια τους κουρνιάζουν
Τα παραμύθια που τους λες και μια ζωή τα κουβαλάνε

11/03/06




Για την Πηγή

19 Σεπ 2007

Της βροχής και της φωτιάς



Θα σπείρω στους ορίζοντες, μάτια μενεξεδιά
Να βρέξει έρωτα παντού, τα μάτια σου να βρέξει
Για να θερίσω στους αγρούς, δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα
Και το πηγάδι της καρδιάς, ποτέ να μην στερέψει

Απο χιλιάδες μέλισσες, θα κλέψω το κεντρί
Να το φοράς στα χείλη σου, να με φιλήσεις πόνο
Όταν τελειώνει το φιλί, κυψέλη φυλακή
Να μου ταϊζεις την ψυχή, μέλι θυμάρι μόνο

Σαν χαϊδεύουν τα χέρια μου, τριαντάφυλλα
Εσένα χαϊδεύουν, εσένα γυρεύουν
Όταν τρυπάν τ΄αγκάθια τους, τα δάχτυλα
Εσύ με ματώνεις, εσύ με ματώνεις

Θα κρύψω τις Απόκριες, τις μάσκες που φοράς
Και πρόσωπα αλλάζεις και με κομματιάζεις
Σε λεύκωμα θα βάλω, τους χορούς σου της φωτιάς
Χορεύεις και μοιάζεις, με όνειρο μοιάζεις

Σε πεταλούδας τα φτερά, θα βλέπω τις ζωές μας
Χρωματιστές να έρχονται, ν΄αγγίζονται, να στέκονται
Για λίγο να ξεφεύγουνε, απόχες οι ενοχές μας
Στα φώτα μας να καίγονται, στα δίχτυα μας να μπλέκονται

Σαν χαϊδεύουν τα χέρια μου, φωτιά
Εσένα χαϊδεύουν, εσένα χαϊδεύουν
Καίγονται, στάχτη γίνονται ξανά
Καθώς σε γυρεύουν, εσένα γυρεύουν




03/03/06

Ο κυκλώνας μας βρήκε ξυστά
μα στ' αυτιά μας ακόμα βουίζει
απ' τη σκόνη τα μάτια τυφλά
και δε βλέπουμε πια
ποιος σφυρίζει κλεφτά
τι τελειώνει τι αρχίζει